Ελένη Βάσσου,  η “ωραία Ελένη” της Επανάστασης

Ιωάννα Γ. Μουρτζούκου

Η Ελένη Βάσσου γεννήθηκε στην Ήπειρο στις αρχές του 19ου αιώνα. Όταν καταδιώχθηκαν οικογενειακώς από τους Οθωμανούς, μετέβησαν στην Κέα, όπου η Ελένη έζησε μέχρι την ενηλικίωσή της. Στο σπίτι τους στην Κέα φιλοξενήθηκε ο Γάλλος συγγραφέας, πολιτικός και φιλέλληνας Σατωβριάνδος, που θαύμασε την ωραία Ελένη, την οµορφιά της οποίας εξύμνησε µεταξύ άλλων και ο ποιητής Παναγιώτης Σούτσος. Η Ελένη διακρινόταν επίσης για την ευφυία της, την τόλμη, το θάρρος και το μεγαλείο του φρονήματός της. Διέφερε από τα κορίτσια της εποχής της, ήταν φιλελεύθερη κι εκτός των άλλων ασχολούνταν με την ιππασία και τη μουσική.

Στα τέλη της Επανάστασης,  στάθμευσε στην Κέα ο στρατηγός Μαυροβουνιώτης Βάσσος πηγαίνοντας προς τη Βυρητό, είδε την Ελένη και την ερωτεύτηκε. Την απήγαγε, αφού ο τότε σύζυγός της, προεστός και πρόξενος της Γαλλίας Μιχαήλ-Τζωρτζης Πάγκαλος και η οικογένειά της αντιδρούσαν. Η ίδια δεν δίστασε να ανταποκριθεί και να τον ακολουθήσει, αφού λόγω της έντονης  προσωπικότητάς της όπως φαίνεται, προτιμούσε μια ζωή έξω από τα “κλειστά τείχη” του νησιού.

Την άφησε στην Άνδρο, στον ιστορικό πύργο του Δημητρίου Γιαννούλη. Μάλιστα, έχτισε την είσοδο του πύργου κι άφησε φρουρά  να τη φυλάει και να τη φροντίζει. «Εν τω πύργω τούτω ως ηρωίς μεσαιαωνικού μυθιστορήματος έμεινε κεκλεισμένη επί πολλούς μήνας, με την θύραν του πύργου εκτισμένην υπό του στρατηγού, με φρουράν κάτωθεν της θύρας, λαμβάνουσα τας τροφάς εκ του παραθύρου δια σχοινίου και με την συνοδείαν μιας μόνης γυναικός», γράφουν οι ιστορικοί.

Όταν το 1826 επέστρεψε από την εκστρατεία στη Βυρητό, ο Πάγκαλος είχε πεθάνει. Έτσι, ο Βάσσος παντρεύτηκε την Ελένη κι οι δυο τους εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά.

Εκεί άρχισε η δράση της Ελένης. Ακολουθούσε ατρόμητη τον Βάσσο στις μάχες ως σύζυγος, στρατιώτης και νοσοκόμα. «Εις την εν Καματερώ μάχην, καθ’ ήν ο Βάσσος ματαίως ηγωνίσατο απολέσας 900 άνδρας και μόνος αυτός μετά τινών άλλων σωθείς , η γενναία σύζυγός του περιέδενε τας πληγάς των τραυματιών σχίζουσα τα ενδύματά της» (“Ιστορία της νήσου Κέας” Ι. Ν. Ψύλλα).  Είχε αναλάβει το ρόλο της γραμματέως, αφού ο Βάσσος ήταν αναλφάβητος, αλλά και αυτόν της συμβούλου σε όλες τις σημαντικές διαπραγματεύσεις. Κρατούσε επίσης την αλληλογραφία του με τον Κιουταχή, ενώ η βοήθειά της στη λύση της πολιορκίας της Καρύστου ήταν σημαντικότατη.

Μετά την Επανάσταση εγκαταστάθηκαν στη Σαλαμίνα και το σπίτι της έγινε κέντρο της αντιπολίτευσης κατά του Καποδίστρια.  Όταν έγινε βασιλιάς της Ελλάδας ο Όθωνας, κι ενώ διεμεναν πλέον στην Αθήνα, η Ελένη ως μια από τις πιο ευγενείς και φιλόξενες οικοδέσποινες, διοργάνωνε ονομαστούς χορούς στο σπίτι της, στους οποίους συνέρεε όλη η αριστοκρατία της εποχής.

Απεβίωσε στις 7 Ιανουαρίου του 1891 , αφήνοντας πολλούς απογόνους.

«Δια το θάρρος , την τόλμην και τα πλεονεκτήματά της εν γένει δύναται η γυνή αύτη να καταταχθή μεταξύ των σύγχρονων ηρωίδων , αίτινες ελάμπρυναν την πατρίδα των κατά τους τρομερούς και ενδόξους εκείνους χρόνους της μεγάλης και μοναδικής εν τη ιστορία του κόσμου επαναστάσεως» (“Ιστορία της νήσου Κέας” Ι. Ν. Ψύλλα).

Για το Λύκειον των Ελληνίδων Μεγάρων
Ιωάννα Γ. Μουρτζούκου
Εκπαιδευτικός, Μέλος του ΛΕΜ