Γράφει ο Θεόδωρος Ρόκας, Μ.Α. Ερμηνευτικής Θεολογίας

«Η έννοια του χρόνου και η σημασία του για τη ζωή των πιστών»

14η Ιανουαρίου και όπως μας πληροφορεί ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας “ἐν ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀποδίδομεν τὴν Ἑορτὴν τῶν Ἁγίων Θεοφανείων”, δηλ. αποδίδεται η μεγάλη δεσποτική εορτή των Θεοφανείων.

Τι σημαίνει αυτό λειτουργικά – εκκλησιαστικά και τι σημαίνει πρακτικά για τη ζωή των πιστών; Λειτουργικά σημαίνει ότι λαμβάνουν τέλος τα μεθέορτα μιας μεγάλης δεσποτικής ή θεομητορικής εορτής, εν προκειμένω της εορτής των Φώτων. Ως δεσποτική εορτή ορίζουμε εορτή που έχει ως επίκεντρο τον Δεσπότη Χριστό, ενώ ως θεομητορική την εορτή που ως επίκεντρο έχει την Κυρία Θεοτόκο. Λέγοντας μεθέορτα εννοούμε τις εορτάσιμες ημέρες που ακολουθούν την κυριώνυμο ημέρα της εορτής, οι οποίες συνήθως διαρκούν επτά (7) ημέρες και κατά την τελευταία ημέρα τελούνται οι ίδιες ακολουθίες (εσπερινός και όρθρος) που τελέστηκαν κατά την πρώτη και κύρια ημέρα.

Πρακτικά η απόδοση της εορτής των Θεοφανείων σηματοδοτεί το οριστικό τέλος των Ακολουθιών του Αγίου Δωδεκαημέρου, δηλ. του διαστήματος που μεσολαβεί από την ημέρα των Χριστουγέννων μέχρι την ημέρα των Θεοφανείων, όπου μέσα σε αυτό το διάστημα συμπίπτει και η Α’ Ιανουαρίου, ημέρα κατά την οποία εορτάζονται 3 σημαντικά γεγονότα: α) η Περιτομή του Ιησού Χριστού, β) η μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας του ουρανοφάντορος και γ) και η αρχή του νέου πολιτικού έτους, η αρχή μιας νέας χρονικής περιόδου. Η αρχή της νέας αυτής χρονικής περιόδου, η πρακτική δηλ. θεώρηση της απόδοσης των Θεοφανείων λίγες μέρες μετά την έναρξη του νέου έτους δίνει την αφορμή σε κάθε πιστό άνθρωπο να εξετάσει και ίσως να αναθεωρήσει την έννοια του χρόνου και τη σημασία του στη ζωή του.

Ετυμολογικά ο όρος ”χρόνος” προέρχεται από το ρήμα “χρονίζω” που σημαίνει “δαπανώ χρόνο”, “διατρίβω”, “διαρκώ επί μακρό χρόνο”, “διατείνομαι”, “παρατείνομαι”. Άρα χρόνος σημαίνει “χρονικό διάστημα”.

Για τη χριστιανική διδασκαλία ο χρόνος αποτελεί δημιούργημα του Θεού, πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος ήδη από τον πρώτο στίχο της Παλαιάς Διαθήκης και κατ επέκταση ολόκληρης της Αγίας Γραφής, ο οποίος ξεκινά με την φράση “ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανόν καὶ τὴν γὴν” (Γεν. 1,1). Ήδη από τον πρώτο κιόλας στίχο της Παλαιάς Διαθήκης αποκαλύπτεται πως κόσμος και χρόνος δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα και ήλθαν από την ανυπαρξία στην ύπαρξη  από τον πάνσοφο, παντοδύναμο και άχρονο Τριαδικό Θεό. Μάλιστα ο Μέγας Βασίλειος σημειώνει πως πρώτα δημιουργήθηκε ο χρόνος και ακολούθησε η δημιουργία του κόσμου ώστε να μη θεωρηθεί ο κόσμος ως άναρχος και αιώνιος.

Ο κόσμος και ο χρόνος εκτός από αρχή έχει και τέλος. Και έχει τέλος επειδή έχει αρχή και έχει αρχή επειδή και αυτός με τη σειρά του αποτελεί “ἐν χρόνῳ” δημιούργημα του μόνου Δημιουργού. Όπως η αρχή του χρόνου συμπίπτει με την αρχή του κόσμου έτσι και το τέλος του χρόνου συμπίπτει με το τέλος του κόσμου διότι το χρονικό τέλος είναι επακόλουθο της χρονικής αρχής. Το γεγονός αυτό καταδεικνύεται, δηλ. της παρόδου του κόσμου και του χρόνου, τόσο στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: “ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ ἐμοὶ λόγοι οὐ μὴ παρελεύσονται” (Μαρκ. 13,31) όσο και στο βιβλίο των Ψαλμών: “ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις” (Ψαλμ. 101,26-27).

Ο χρόνος και η μέτρηση του, υπάρχει για τους ανθρώπους όσο ζουν εδώ στη γη, διότι μετά το θάνατό τους δεν θα υπάρχει χρόνος αλλά μόνο αιωνιότητα κοντά στο Θεό για τους δικαίους και αιωνιότητα του πυρός της κολάσεως για τους αμετανόητους και αμαρτωλούς. Έτσι λοιπόν χρόνος, ονομάζεται το διάστημα για τους ανθρώπους που μεσολαβεί από το ένα γεγονός μέχρι το άλλο. Ο χρόνος στη ζωή κάθε χριστιανού είναι πολύτιμος και έχει κάποιο σκοπό. Δεν πρέπει να δαπανάται μάταια, αλλά να χρησιμοποιείται σωστά όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος στην προς Εφεσίους επιστολή του: “εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισι” (Εφ. 5,16).

Η παρούσα ζωή δεν είναι η πραγματική και μόνιμη, αλλά ο προθάλαμος της ζωής που πρόκειται να ζήσει ο άνθρωπος στην ουράνια βασιλεία του Θεού. Η παρούσα ζωή είναι σαν τον ατμό που φαίνεται για λίγο και ύστερα εξαφανίζεται, σύμφωνα με την επιστολή του Ιακώβου: “ατμίς γαρ έσται η προς ολίγον φαινομένη, έπειτα δε και αφανιζομένη· ατμίς γαρ έσται η προς ολίγον φαινομένη, έπειτα δε και αφανιζομένη” (Ιακ. 4,13-15).

Απροειδοποίητα όπως έρχεται ο θάνατος στον κάθε άνθρωπο, απροειδοποίητα και η μεγάλη ημέρα του Κυρίου θα έρθει για να οδηγήσει όλους τους ανθρώπους στην αιωνιότητα. Ο απόστολος Πέτρος στην πρώτη καθολική επιστολή του μας διδάσκει: “Διο αναζωσάμενοι τας οσφύας της διανοίας υμών, νήφοντες, τελείως ελπίσατε επί την φερομένην υμίν χάριν εν αποκαλύψει Ιησού Χριστού, ως τέκνα υπακοής μη συσχηματιζόμενοι ταις πρότερον εν τη αγνοία υμών επιθυμίαις, αλλά κατά τον καλέσαντα υμάς άγιον και αυτοί άγιοι εν πάση αναστροφή γενήθητε, διότι γέγραπται· άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιός ειμι. και ει πατέρα επικαλείσθε τον απροσωπολήπτως κρίνοντα κατά το εκάστου έργον, εν φόβω τον της παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε” (Α’ Πετ. 1,13-17).

Γι  αυτό λοιπόν κάθε νέο έτος προστίθεται ως ευλογία του Θεού στο μήκος του ανθρώπινου βίου. Παρατείνεται η ζωή του ανθρώπου και του παρέχονται νέες ευκαιρίες για να μορφωθεί κατά Χριστόν και να προετοιμαστεί για να γίνει πολίτης της ουράνιας βασιλείας του Θεού.