Οι αιτίες της μεγάλης καταστροφής από τις περσινές πυρκαγιές πρέπει να γίνουν κριτήριο ψήφου

Στην Κινέτα, σχεδόν ένα χρόνο μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές βρέθηκε σήμερα το πρωί ο Κύριλλος Παπασταύρου, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ και υποψήφιος βουλευτής Δυτικής Αττικής.

Εκεί συναντήθηκε με κατοίκους της περιοχής, εκπροσώπους της Επιτροπής Πυροπλήκτων και συζήτησε μαζί τους τα προβλήματα που παραμένουν μετά τις πυρκαγιές, τις ευθύνες της κυβέρνησης, τα αίτια της μεγάλης καταστροφής, τις τραγικές ελλείψεις σε υποδομές και μέσα αντιπυρικής προστασίας, αλλά και τις θέσεις του ΚΚΕ.

Στη σύσκεψη μεταξύ άλλων μίλησε η Μαρία Μαραθιανάκη μέλος της Επιτροπής Πυροπλήκτων, που αναγνωρίζοντας τη στάση του ΚΚΕ, αναφέρθηκε στην πολύμορφη στήριξη του Κόμματος στα αιτήματα των κατοίκων, σημειώνοντας ότι ότι το Κόμμα έχει απόλυτο δίκιο σε όσα επισημαίνει σχετικά με τις ελλείψεις στην αντιπυρική προστασία.

Ο Κ. Παπασταύρου, μιλώντας στους συγκεντρωμένους αναφέρθηκε στις «πληγές που ακόμα δεν έχουν κλείσει» από τη μεγάλη καταστροφή και εξέφρασε εκ μέρους του Κόμματος την αλληλεγγύη και τη στήριξη στο αγώνα τους, «τη δέσμευση μας να στηρίξουμε τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις σας στη Βουλή και στο εργατικό – λαϊκό κίνημα με όσες δυνάμεις έχουμε».

Αναφέρθηκε στις πρωτοβουλίες που παίρνει διαρκώς το Κόμμα για να στηρίζει αυτόν τον αγώνα και πιο συγκεκριμένα:

– Την πλήρη αποκατάσταση όλων των πληγέντων από την πυρκαγιά, την καταβολή όλων των αποζημιώσεων που εκκρεμούν.

– Τον πλήρη καθαρισμό της περιοχής από καμμένα υλικά, τον αμίαντο, να καθαρίσουν τα ρέματα να δημιουργηθούν έστω και τώρα κορμοδέματα για την αντιμετώπιση των πλημμυρών.

– Να εκδοθούν άδειες ανακατασκευής των καμμένων σπιτιών. Να λυθούν οι ασάφειες περί οικιστικής και δασικής ζώνης.

– Να παρθούν μέτρα έστω και εκ των υστέρων αναγκαία για την πυροπραστασία, κρουνοί, δασικοί δρόμοι, να στελεχωθούν τα πυροφυλάκια. Γιατί το κακό δεν αργεί να ξαναγίνει.

Στην ομιλία του ξεχώρισε τα πολιτικά συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτή την τραγωδία, ξεκαθαρίζοντας ότι το Κόμμα από την πρώτη στιγμή αρνήθηκε ως «εξήγηση» τη λογική του «ακραίου φυσικού φαινομένου». Όπως είπε, «δεν είναι τα φυσικά φαινόμενα ακραία, ακραίες είναι οι πολιτικές που αφήνουν το λαό απροστάτευτο και αθωράκιστο. Εξάλλου πως είναι δυνατόν σήμερα που υπάρχουν σύγχρονες συνθήκες επιστήμης και τεχνολογίας με μια φωτιά να καιγόμαστε, με μια μπόρα να πνιγόμαστε, με έναν σεισμό να χάνουμε τα πάντα, να μετράμε τεράστιες καταστροφές νοικοκυριών και μεγάλες απώλειες στη ζωή. Δεν δικαιολογούνται έτσι τα πράγματα όσο ισχυρό και αν είναι ένα φαινόμενο».

Και εστίασε καταρχήν στο ότι ανεξάρτητα αν ήταν ή όχι η πυρκαγιά αποτέλεσμα εμπρησμού, «η ουσία είναι ότι, έτσι ή αλλιώς, υπάρχει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο που “οπλίζει” το χέρι, που ανοίγει την όρεξη των εμπρηστών. Και το συγκεκριμένο πλαίσιο δεν είναι άλλο από αυτό που καθορίζει την γη ως εμπόρευμα, από αυτό που αφήνει το φυσικό περιβάλλον, τον δασικό πλούτο έρμαιο των διάφορων επιχειρηματικών συμφερόντων». Θύμισε ότι το Κόμμα και το 2007, στις μεγάλες καταστροφές στην Ηλεία είχε πει ότι «οι δρόμοι του πετρελαίου είναι ματωμένοι και οι δρόμοι μεταφοράς εμπορευμάτων και υπηρεσιών είναι καμμένοι. Πίσω λοιπόν από μια βασική αιτία που τροφοδοτεί τις πυρκαγιές είναι η εμπορευματική και επιχειρηματική αξιοποίηση της γης. Αυτή είναι η βάση η αιτία του προβλήματος».

Δεύτερον ανέφερε ως αιτία το ζήτημα του χωροταξικού σχεδιασμού: «Υπάρχει, και αν υπάρχει, με τι κριτήρια γίνεται; Υπάρχει ένας βασικός χωροταξικός σχεδιασμός που τι περιλαμβάνει; Περιλαμβάνει χρήσης γης και υποδομές που πρώτα απ’ όλα εξυπηρετούν ανάγκες επιχειρηματικών σχεδιασμών. Δεν μπορεί, ούτε θέλει αυτός ο σχεδιασμός να γίνεται με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες». Θύμισε την αποκάλυψη που είχε κάνει ο «Ριζοσπάστης» για το έγγραφο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο αξιολογούνται με τη λογική «κόστους οφέλους» το αν κάποιες παρεμβάσεις σε τομείς της αντιπλημμυρικής προστασίας είναι οικονομικά αποδοτικές και ωφέλιμες, που αποτελεί μέρος μιας συνολικότερης μελέτης της ΕΕ, που αφορά παρεμβάσεις σε τομείς όπως η Υγεία, η Πρόνοια, η πολιτική προστασία κ.λπ. Υπογράμμισε, διαβάζοντας και σχετικά αποσπάματα, ότι η ΕΕ με βάση αυτή την μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι συμφέρει περισσότερο να εξαγγέλλουν και σε ένα βαθμό να πληρώνουν αποζημιώσεις, από το να πληρώνουν για υποδομές πυροπροστασίας και αντιπλημμυρικής προστασίας.

Ανέφερε επίσης ότι αυτή η πραγματικότητα αποτυπώνεται και στο στο ποια έργα θεωρούνται επιλέξιμα, για να χρηματοδοτηθούν από το περίφημο ΕΣΠΑ, καθώς τα κριτήρια (μεταξύ αυτών και της ανταποδοτικότητας για τους επιχειρηματικούς ομίλους) αφήνουν «εκτός» έργα ζωτικής σημασίας για την προστασία της ζωής και της περιουσίας του λαού. «Αυτό το διαπιστώνει εύκολα κανείς βλέποντας και τις προβλέψεις στον κρατικό προϋπολογισμό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ή των προϋπολογισμών των περιφερειών για τα αντιπλημμυρικά έργα και άλλες σχετικές υποδομές. Τα έργα που προτάσσονται είναι αυτά που συμβάλλουν στην ενίσχυση των μονοπωλιακών ομίλων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Ρυθμιστικό Σχέδιο για την Αττική, που δείχνει τις προτεραιότητες της άρχουσας τάξης, δίνεται βάρος σε έργα που αφορούν τον τουρισμό πολυτελείας, τη μεταφορά εμπορευμάτων κ.λπ. Τα έργα υποδομών, αντιπλημμυρικά, αντισεισμικά, αντιπυρικά, δεν βρίσκουν θέση στους κωδικούς των προϋπολογισμών.

Το ίδιο ισχύει και σε ό,τι αφορά τα μέτρα για τα δάση μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές, που συμβάλλουν σε τέτοια πλημμυρικά φαινόμενα. «Δηλαδή, μηδαμινά κονδύλια, ενώ υπάρχουν κωδικοί για δεκάδες εκατομμύρια ευρώ που εξυπηρετούν το κεφάλαιο», ανέφερε μεταξύ άλλων.

Υπογράμμισε με βάση τα παραπάνω ως συμπέρασμα ότι το κράτος «έχει επιλεκτική αποτελεσματικότητα. Αντιδρά γρήγορα και αποφασιστικά όταν είναι να ξεζουμίσει το λαό με την φοροληστεία, όταν είναι να δώσει χώρους, γη, λιμάνια, υπέδαφος και έδαφος για τα επιχειρηματικά κέρδη, όταν είναι να ιδιωτικοποιήσει κρατικές υποδομές, όταν είναι να τσακίσει εργατικά λαϊκά δικαιώματα, όταν είναι να δώσει το 2% του ΑΕΠ για ΝΑΤΟικές δαπάνες, όταν είναι να χτυπήσει εργατικές – λαϊκές κινητοποιήσεις.

Αποδεικνύεται αυτό το κράτος τρομερά αναποτελεσματικό και ανήμπορο όμως να προστατέψει ακόμα και τη ζωή των λαϊκών στρωμάτων σε περιπτώσεις μικρών ή μεγάλων καταστροφών. Και αυτό είναι ταξική επιλογή, επιβεβαιώνει ότι δεν είναι κράτος για όλους, αλλά κράτος για τους λίγους, κράτος για τους οικονομικά ισχυρούς, αυτούς προστατεύει, αυτούς στηρίζει».

Και κάλεσε τους συγκεντρωμένους να βγάλουν συμπεράσματα:

– Χρειαζόμαστε έναν άλλο δρόμο ανάπτυξης με κριτήριο τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες, με κεντρικό σχεδιασμό που θα λύνει τέτοια ζητήματα προστασίας του λαού. Αυτός ο δρόμος προϋποθέτει να φύγει από την μέση το κέρδος των καπιταλιστών, να είναι κοινωνική ιδιοκτησία ο πλούτος που παράγεται.

– Χρειαζόμαστε έναν δρόμο ανάπτυξης που δεν θα προϋποθέτει το τσάκισμα των δικαιωμάτων και των αναγκών μας, όπου όλοι θα ζουν με βάση τη δουλειά τους, με σταθερά ωράρια κ.λπ.

– Χρειαζόμαστε ένα κράτος που θα είναι δικό μας και όχι των μονοπωλίων, μια νέα εξουσία μια εργατική λαϊκή εξουσία, όπου κουμάντο θα κάνουμε εμείς και οι ανάγκες μας.

Υπογράμμισε ότι τα ζητήματα αυτά πρέπει να γίνουν κριτήριο και για τη στάση των κατοίκων της περιοχής μπροστά στη κάλπη της 7 Ιούλη. Και συνέχισε:

«Δεν έχετε κανένα ενδιαφέρον και κανένα συμφέρον από το ποιος θα κυβερνήσει αύριο, με αυτή την πολιτική που θα συνεχίσει σε όλα τα επίπεδα, ούτε έχει καμιά σημασία ποια θα είναι η διαφορά του πρώτου από τον δεύτερο.

Δεν έχετε κανένα συμφέρον να δώσετε ψήφο εμπιστοσύνης σε όλους αυτούς που σας έχουν μαυρίσει τη ζωή, σε αυτούς που θα συνεχίσουν την πολιτική που μας έχει φέρει ως εδώ.

Δεν έχετε κανένα συμφέρον να χαραμίσετε τη ψήφο σας σε κόμματα μιας χρήσης σε νεόκοπους υποστηρικτές αυτής της αντιλαϊκής πολιτικής.

Δεν πρέπει να κάνετε επιλογές που θα βρείτε την ψήφο σας την επόμενη ημέρα απέναντι σας. Στους αγώνες, στις διεκδικήσεις, στην πάλη σας ως εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, αλλά και ως κάτοικοι της πολύπαθης περιοχής.

Η μόνη ψήφος που δεν θα πάει χαμένη είναι η ψήφος στο ΚΚΕ».