Στο πλαίσιο των εορτασμών για τη 200ή επέτειο από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, ο Σύλλογός Φίλων Παραδοσιακής και Βυζαντινής Μουσικής Μεγάρων αποφάσισε να προετοιμάζει ένα άρθρο μια φορά το μήνα.

Ακολουθεί το πρώτο άρθο.
Γράφει η αρχαιολόγος-ποιήτρια Βασιλική Κουτσουμπού
Μέλος του διοκητικού συμβουλίου του συλλόγου

Ο βίος των Κλεφτών μέσω της Δημοτικής Ποίησης.

Η δημοτική ποίηση και η μελοποίηση της, σαφώς άρρηκτα δεμένη με την δυναμική της προφορικής παράδοσης, μέσα στην οποία  διασώζεται, ρέει σαν ποτάμι λυρισμού και καλλιεργεί πλούτο συναισθημάτων και ψυχικών καταστάσεων. Με αυτόν τον τρόπο υποστηρίζεται η άποψη[1] ότι το δημοτικό τραγούδι κατέχει ξεχωριστή θέση στη νέα ελληνική λογοτεχνία και στη νεοελληνική πνευματική ιστορία. Το ποιοτικό και ποιητικό χάρισμα του δημοτικού τραγουδιού έγκειται στο γεγονός ότι βρίσκεται κοντά στην έντεχνη προσωπική ποίηση στην οποία επιδρά και  εμπλουτίζει με τεχνικούς τρόπους, με χαρακτηριστικά παραδείγματα αφενός  τη φυσιογνωμία του Κορνάρου αλλά αφετέρου και του Σολωμού, ο οποίος ενισχύει την προσωπική του ποιητική έκφραση μαθητεύοντας στο δημοτικό τραγούδι[2].

Σε αυτήν την έκφραση μέσω της δημοτικής ποίησης αποκρυσταλλώνεται η συλλογική ψυχική υπόσταση του λαού, όπου λαμβάνει σάρκα και οστά ο άυλος πνευματικός κόσμος αξιών, όπως η ανδρεία, η λεβεντιά, το κάλλος, ακόμα και το «καλός και αγαθός» της κλασικής αρχαιότητας, όπως θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, αλλά και συναισθημάτων, όπως η αγάπη ή ο θρήνος.

Το παρόν άρθρο φέρει ως εφόρμησή του μία επιλογή ενός δημοτικού τραγουδιού που είναι παρμένο από τον ηρωικά πλασμένο κόσμο των Κλεφτών με τίτλο «Παιδιά μ’ σαν θέλτε Λεβεντιά»  και ανήκει στην γεωγραφική οικογένεια της Πελοποννήσου σε ήχο Πρώτο της βυζαντινής μουσικής και σε ρυθμό 6ασημο.

Οι στίχοι ξεδιπλώνονται ως εξής:

Παιδιά μ ΄σαν θέλετε λεβεντιά και κλέφτες να γινείτε

άϊντε νεμένα να μωρέ παιδιά άϊντε νεμένα να ρωτήσετε

Εμένα να ρωτήσετε το τι τραβούν οι κλέφτες

άϊντε νόλη μερού- μωρέ παιδιά άϊντε νόλη μερούλα πόλεμο.

Και συνεχίζει ως εξής:

Όλη μερούλα πόλεμο το βράδυ καραούλι

Κοντά στα ξημερώματα γυρίζει να πλαγιάσει

Το χέρι του προσκέφαλο και το σπαθί στο στρώμα

Και το ντουφέκι του αγκαλιά σαν το γαμπρό τη νύφη.

Ο βιωματικός του χαρακτήρας ενισχύεται από το πρόσωπο του ομιλητή, ο οποίος με μια μορφή προσωπικής εξομολόγησης, φέρνει πιο κοντά τον ακροατή στο θέμα του τραγουδιού, που  σκοπό έχει να μας μυήσει στον βίο των Κλεφτών. Τα κλέφτικα τραγούδια ανήκουν στον κύκλο των λεγόμενων διηγηματικών ασμάτων της ποιητικής μας παράδοσης[3] και εξιστορούν μαρτυρίες σε σχέση με τον τρόπο ζωής των κλεφτών.

Σύμφωνα με την μελέτη της Αθανασοπούλου, μία από τις συνέπειες της σταδιακής κατάκτησης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν ο σχηματισμός ενόπλων σωμάτων γνωστά με την ονομασία κλέφτες. Κατά τη διάρκεια της Ενετικής κυριαρχίας στον ελληνικό χώρο τα σώματα αυτά ήταν γνωστά ως Stradioti και θύμιζαν τους ιππότες των μεσαιωνικών χρόνων όχι ως προς τον βαρύ οπλισμό τους, αλλά ως προς την ανδρεία το θάρρος και την μαχητικότητα τους[4], με σκοπό την ασφάλεια της περιοχής που φύλασσαν. Οι αξίες των σωμάτων αυτών αποτυπώνονται με ανάγλυφο τρόπο στο έργο του 17ου αιώνα του Βιτσέντζου Κορνάρου με τίτλο «Ερωτόκριτος» με έντονο ηρωικό-επικό στοιχείο, σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα[5]. Το σώμα των κλεφτών μαρτυρείται πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης με την ονομασία απελάτες.

Κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας, οι Κλέφτες στρατιώτες μάχονταν στο πλευρό των Ενετών με σκοπό τον περιορισμό των αυθαιρεσιών των Οθωμανών[6]. Την περίοδο αυτή δρούσαν ως κλέφτες υπό την ονομασία «μεϊντάνηδες», που στρατολογήθηκαν με σκοπό τον έλεγχο των οχυρών διαβάσεων ως ένα είδος αγροφυλακής – meidani.

Αντιθέτως, οι Μανιάτες αποτελούσαν κοιτίδα ανεξαρτησίας στην Πελοπόννησο και ως στρατιώτες δεν ακολουθούσαν τις εντολές των Βενετών. Ωστόσο, μετά το 1715 και την αποχώρηση των Βενετών, μαζί τους έφυγε και μεγάλο μέρος των μεϊντάνηδων και αρκετοί ήταν αυτοί που οχυρώθηκαν πλέον στα βουνά[7].

Η πρόσληψη του Βουνού στην ελληνική λογοτεχνία κατά τον 19ο και 20ο αιώνα μαρτυρά την ιστορική συγκυρία της μετακίνησης πληθυσμού από τις πεδινές εκτάσεις προς τους ορεινούς όγκους. Σύμφωνα με τον Δημητρόπουλο, το βουνό αποτελεί τόπο όπου καταφεύγουν υπόδουλοι και καταπιεσμένοι[8],  ήδη από τη μετάβαση της οθωμανικής κατάκτησης τον 15ο αιώνα, όπως ο ίδιος αναφέρει το εξηγητικό αυτό σχήμα θέλει μαζική μετακίνηση χριστιανικών / ελληνικών πληθυσμών προς τα ορεινά, ώστε να αποφευχθεί η καταπίεση και οι φορολογικές απαιτήσεις των τούρκων κατακτητών. Η φυγή προς το βουνό εμφανίζεται ως πράξη φυγής και ανάγκης.

Το μοτίβο αυτό επαναλαμβάνεται ως προς τους κλέφτες των προεπαναστατικών χρόνων, οι οποίοι ως μονάδες πλέον, μην αντέχοντας την καταπίεση του τουρκικού ζυγού καταφεύγουν στην ερημιά του βουνού,  συνοδευόμενοι από ένα σύστημα αξιών, όπως περηφάνια, παλικαριά και πολεμική δεινότητα. Το βουνό ως μέσο μεταλαμβάνει την έννοια της ελευθερίας της οποίας γίνεται προπύργιο και προετοιμάζει το έδαφος της ελληνικής επαναστάσεως.

Όλη μερούλα πόλεμο το βράδυ καραούλι. Ο πόλεμος και η μαχητικότητα για την προάσπιση της ατομικότητας και της ελευθερίας γίνεται η σταθερή καθημερινότητα στον βίο των κλεφτών. Το καραούλι φέρει διττή σημασία στη συλλογική μνήμη του λαού, καθώς οι Οθωμανοί αδυνατώντας να ελέγξουν τα στενά και τη δύσβατη έκταση των ορεινών όγκων θεσμοθέτησαν το λεγόμενο σώμα των αρματολών. Ωστόσο, τον 17ο αιώνα παρατηρείται μια αλλαγή στο θεσμό, καθώς πλέον οι Τούρκοι με τον εξισλαμισμό των έως τότε χριστιανών Αλβανών άρχισαν να τους αξιοποιούν ως αρματολούς για τη φύλαξη των δερβενίων, γεγονός που οδήγησε σε διαμάχες ανάμεσα στους χριστιανούς αρματολούς και τους νέο διορισμένους δερβεναγάδες[9] . Αυτό το γεγονός οδήγησε, σύμφωνα με τον Πολίτη, στη διατύπωση ενός από τους παράγοντες που συνέβαλαν  στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων χριστιανών. Συνεπώς, το καραούλι φέρει διττή βαρύτητα, καθώς πολλοί αρματολοί προσχωρούσαν στο σώμα πλέον των κλεφτών, οπότε φέρει τη σημασία τόσο του επαναστάτη όσο και του «φύλακα».

Έτσι λοιπόν σύμφωνα με τον Πολίτη τα κλέφτικα τραγούδια δημιουργήθηκαν για να υμνήσουν την προσχώρηση αυτή των αρματολών στο σώμα των κλεφτών με σκοπό τον αγώνα ενάντια στην καταπίεση του δυνάστη. Ανήκουν στην κατηγορία των λεγόμενων «κυρίως ασμάτων» και διαφέρουν από τα «ακριτικά» καθώς, ενώ τα ακριτικά θεμελιώνονται στη ρώμη των ηρώων, τα κλέφτικα περιγράφουν την ευψυχία του ήρωα,  όπως παρατήρησε ο Γ. Αποστολάκης, και εξαίρουν την ψυχή του.

Αυτό όμως που συγκρατεί ο ακροατής και αναγνώστης στο τελευταίο δίστιχο είναι άλλο ένα γνώρισμα του βίου του ήρωα, η έννοια της μοναχικότητας, αλλά και του πάθους του για τον αγώνα σαν να έχει ορκιστεί γαμπρός δίπλα στη νύφη κρατώντας με παρόμοια συντροφικότητα το τουφέκι του. Το συναίσθημα ξεχύνεται με λυρισμό, αλλά και με ψυχική ένταση. Στο σημείο αυτό ο νους πλανιέται στους στίχους του Ομήρου και την Ιλιάδα, όπου απεικονίζεται γλαφυρά η σχέση αυτή του ήρωα με τον οπλισμό του. Η μάχη γύρω από το νεκρό και απογυμνωμένο σώμα του Πατρόκλου με σκοπό να κρατήσουν τα όπλα του οι Αχαιοί θυμίζουν αυτή την ύστατη υποχρέωση απέναντι στο θάνατο και τη ζωή. Ο κλέφτης δεν αποχωρίζεται τα όπλα του και η δυναμική αυτής της σχέσης αποκαλύπτεται μέσα από τη συσχέτιση της αγκαλιάς του άνδρα με τη γυναίκα, αφενός σχέσης συντροφικότητας αλλά και έρωτα. Τέτοιον παλμό γεννά η δημοτική ποίηση θυμίζοντας την καταγωγή της από την ομηρική παράδοση, όπου το ρήμα ποιώ ταυτίζεται με τη δημιουργία αλλά και με τη γέννα.

Με άλλα λόγια, η συλλογική συνείδηση και συνειδητοποίηση της ταυτότητας έγκειται  στην αφύπνιση των αξιών, που ποτέ δεν σταμάτησαν να ρέουν και να κυλούν ως ποτάμι που ανανεώνει τα νερά του, αλλά πάντα μέσα στην ίδια κοίτη. Ο ελληνισμός πρώτα και κύρια είναι Παιδεία και παιδεία σημαίνει γνώση του εαυτού μέσω της ενθύμησης, όπως θα υποστήριζε και ο Πλάτωνας. Συνεπώς, η ευψυχία του ήρωα δηλώνει και τον ύστατο χαιρετισμό του απέναντι στην αρετή.

[1] Λίνου Πολίτη,  Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ( Αθήνα : Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2003), 101.
[2] Λίνου Πολίτη,  Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2003), 101.
[3] Το ίδιο, 111.
[4] Αθανασοπούλου Γ. Σοφία, «εξιδανίκευση και συκοφαντία» Εικόνες αρματολών και κλεφτών στα απομνημονεύματα του 1821, ( Ιωάννινα : Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων 2018), 34
[5] Αθανασοπούλου  Γ. Σοφία, «εξιδανίκευση και συκοφαντία» Εικόνες αρματολών και κλεφτών στα απομνημονεύματα του 1821, ( Ιωάννινα : Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων- Διπλωματική 2018), 34
[6] Το ίδιο, 35.
[7] Το ίδιο, 36.
[8] Δ. Δημητρόπουλος, Το βουνό, οι κλέφτες. Δυο κρίκοι της Εθνικής Αφήγησης. Λόγος και Χρόνος στη Νεοελληνική Γραμματεία, Πρακτικά Συνεδρίου προς τιμήν του Αλέξη Πολίτη (Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης 2015), 3.
[9] Λίνου Πολίτη, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2003) 112

Ελληνικά Τραγούδια από τη Βυζαντινή Εποχή μέχρι τις Μέρες μας, Φιλίππου Αθ. Οικονόμου, ΤΟΜΟΣ Γ’, Ελίκη 2013