Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, τελώντας τον όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης, στους ορθοδόξους ναούς ψάλλεται το τροπάριο της Κασσιανής.
Αυτό το ιδιόμελο δοξαστικό των αποστίχων  περιγράφει με ποιητικό τρόπο ένα περιστατικό το οποίο αναφέρεται στο κατά Λουκά ευαγγέλιο.
Μια αμαρτωλή γυναίκα έδειξε τη μετάνοιά της πλένοντας με μύρο τα πόδια του Χριστού και σκουπίζοντάς τα με τα μαλλιά της.
Πολλοί είναι οι ορθόδοξοι χριστιανοί οι οποίοι συρρέουν στους ναούς τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ να το ακούσουν από τους ψάλτες και να προετοιμαστούν ψυχικά για το δράμα του θανάτου και τη λύτρωση της ανάστασης που μνημονεύονται και βιώνονται κάθε χρόνο κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα.
«Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τήν σήν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρό τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι ! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καί ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τάς πηγάς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τό ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρός τούς στεναγμούς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τούς οὐρανούς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τούς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δέ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τό δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσίν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τά πλήθη καί κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τήν σήν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τό ἔλεος».
Ακολουθεί η μετάφραση του Φώτη Κόντογλου
«Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη:

Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος».