Γράφει ο Γιάννης Οικονομόπουλος

21 Απριλίου 2017. 50 χρόνια έχουν περάσει από την εγκαθίδρυση στην Αθήνα της δικτατορίας των συνταγματαρχών η οποία για επτά χρόνια κατέλυσε τη δημοκρατία στην Ελλάδα, καταπάτησε τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού, περιορίζοντας την ελευθερία της έκφρασης, καταργώντας την εθνική αντιπροσωπεία και επιβάλλοντας αυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης μέσω ενός αυταρχικού κράτους και μέσω της καταπίεσης κάθε αντίθετης γνώμης.

Σήμερα έχει παρέλθει ο χρόνος, τα συναισθήματα εξ αιτίας της καταπίεσης έχουν αμβλυνθεί, μεγάλο τμήμα του πληθυσμού το οποίο έζησε εκείνα τα χρόνια έχει πεθάνει, πολλοί απ’ όσους αντιστάθηκαν στους δικτάτορες είτε έχουν περάσει στο hall of fame της ιστορίας είτε έχουν εξαργυρώσει την αντιδικτατορική τους δράση με κρατικά, κυβερνητικά είτε ευρωπαϊκά αξιώματα.

Τώρα όμως έρχεται και η ώρα της σύνεσης να αναλάβει την αφήγηση με νηφαλιότητα και σύνεση να απαριθμήσει τα πεπραγμένα, να τα ξεχωρίσει και να επιδιώξει να βγάλει διδάγματα.

Την επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα με τη βία κανείς δεν την συγχωρεί ούτε και θα πρέπει να την δικαιολογήσει. Κανείς δεν δικαιούται να καταλύει με βία αυτό το οποίο με δημοκρατικές διαδικασίες κατέκτησε ο λαός ούτε πρέπει με βίαιο και αυταρχικό τρόπο να παραμένει στην εξουσία χωρίς να κάνει ελεύθερες εκλογές. Δεν δικαιούται να διορίζει καταδότες και ρουφιάνους, να γεμίζει την κοινωνία Μάρκελλους, να λογοκρίνει την τέχνη, να καταπατά με βία την ιδιοκτησία των ανθρώπων, να διορίζει τοπικούς άρχοντες και δημάρχους, να διαλύει τους συνεταιρισμούς.

Μετά το 1974, όταν το καθεστώς της δικτατορίας έπεσε από την ανεπάρκειά του και την τραγική υποδούλωση μέρους της ανεξάρτητης Κύπρου έως και το παρόν, έχουν γίνει αναρίθμητες αναφορές στο γεγονός, οι περισσότερες από τις οποίες φαίνεται να είναι αρνητικές και πολύ λιγότερες να είναι θετικές.

Αυτό το οποίο οφείλουμε να παρατηρήσουμε, στην Ελλάδα επικρατεί μονομερής αναφορά εκ μέρους του πολιτικού κόσμου και μεγάλου μέρους των αρθρογράφων.
Αυτή η πλειοψηφία κατηγορεί, και όχι άδικα, την δεξιά δικτατορία των συνταγματαρχών για όσα δεινά φόρτωσε στη χώρα.
Συστηματικά, με περισπούδαστο και περίτεχνο τρόπο αριστεροί αρθρογράφοι και πολιτικοί έχουν αναθεματίσει τις «δεξιές χούντες» ενώ έχουν εξυμνήσει και υμνολογήσει τις αριστερές δικτατορίες όπως για παράδειγμα η αυτές της Κούβας και της Βενεζουέλας.
Και μπορεί τον καιρό της Σοβιετικής Ένωσης να μην υπήρχε τόσο εξελιγμένη τεχνολογία για να βλέπει όλη η υφήλιος τι συνέβαινε, όπως π.χ. τι συνέβη στην Πράγα το 1968, σήμερα με την διαθέσιμη τεχνολογία του διαδικτύου και της τηλεόρασης η εικόνα των πρακτικών οι οποίες εφαρμόζονται στην Κούβα και στην Βενεζουέλα των αριστερών «φιλολαϊκών» κυβερνήσεων μιλάει από μόνη της.

Όλος ο πλανήτης βλέπει τις ουρές για αγορά με το δελτίο στην Κούβα και τον αδελφό του μακαρίτη Φιντέλ Κάστρο, Ραούλ, να ασκεί διοίκηση ελέω οικογενειοκρατίας.
Ο κόσμος βλέπει στη Βενεζουέλα τις δυνάμεις καταστολής του Μαδούρο να καταδιώκουν και να σκοτώνουν διαδηλωτές. Βλέπει όμως και την λαϊκή κατακραυγή κατά του «λαοπρόβλητου» ηγέτη.

Ο φασισμός και οι δικτατορίες δεν προέρχονται κατ’ αποκλειστικότητα από δεξιά. Είναι και η αριστερά πηγή ανομίας, αυταρχισμού καταπίεσης, νεποτισμού, οικογενειοκρατίας και των καταδοτών. Και οι αριστεροί βαφτίζουν εχθρό όποιον διαφωνεί μαζί τους και τον εξοντώνουν, ακριβώς όπως έκανε στην Ελλάδα το καθεστώς Παπαδόπουλου ή στην Ισπανία το καθεστώς Φράνκο.
Δεν επήλθε στην Ελλάδα του Παπαδόπουλου κοινωνική εξαθλίωση, φτώχεια και ένδεια. Στην Κούβα όμως οι άνθρωποι ψωνίζουν με δελτίο και αλλάζουν το τοπικό τους νόμισμα σε σκληρό, όπως δολλάρια ή ευρώ και ο μακαρίτης ο Κάστρο όρισε τον αδελφό του ως πρόεδρο της χώρας.
Στη Βενεζουέλα οι άνθρωποι σπάνε τα σουπερμάρκετ για μια μερίδα φαγητό.

Δεν είναι στην πρόθεση του υπογράφοντος να προβεί σε ανάλυση περί του τι μπορεί να είναι πολιτικά αυταρχικό, δικτατορικό ή δημοκρατικό.
Η παρούσα αναφορά είναι επετειακή και φιλοδοξεί να είναι αφορμή για πολιτικό προβληματισμό.

Το θεμελιώδες δίδαγμα το οποίο πρέπει να λάβουμε από την σημερινή επέτειο είναι ότι ο κάθε λαός δεν θα πρέπει να επιτρέπει σε κανέναν, είτε από δεξιά είτε από αριστερά, να του στερεί τις δημοκρατικές ελευθερίες όπως η δυνατότητα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, η ελευθερία του λόγου και η ελευθερία της επιλογής και της έκφρασης.

Αυτή την περίοδο στην Ελλάδα έχουμε μια κυβέρνηση με πρωθυπουργό ο οποίος εκλέχτηκε στη θέση του με ψέματα, όπως έκαναν ο Χίτλερ και ο Τσάβες και πήραν δημοκρατικά την εξουσία.
Επί πλέον έχουμε πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα ο οποίος δηλώνει θαυμαστής του Τσάβες τον θάνατο του οποίου σχολίασε με τον εξής τρόπο: «Οι άνθρωποι φεύγουν, η σπορά τους όμως μένει. Είμαι βέβαιος ότι ο λαός του Μπολίβαρ θα συνεχίσει να πορεύεται το δρόμο της απελευθέρωσης και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δρόμο που αργά ή γρήγορα θα πορευτούν και άλλοι λαοί σε ολόκληρο τον κόσμο».

Δηλαδή ο κ. Τσίπρας θεωρεί ότι η Βενεζουέλα μέσω του συστήματος Μαδούρο πορεύεται το δρόμο της απελευθέρωσης και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Εύχεται μάλιστα πως και ο δικός μας λαός (όλοι οι λαοί) αργά ή γρήγορα θα πορευτεί παρομοίως.